Μπορμπόκης: «Τα καλύτερα χρόνια της καριέρας μου ήταν στην ΑΕΚ»

Ο παλαίμαχος άσος της ΑΕΚ και βοηθός του Τραΐανού Δέλλα, σε συνέντευξη του μίλησε για τις μεγάλες του στιγμές.

Αναλυτικά τα όσα είπε:

Έχετε αγωνιστεί με ιδιαίτερη επιτυχία στο «Ν. Γκούμας». ποια ήταν τα συναισθήματά σας όταν αγωνιζόσασταν εκεί και πώς το κλίμα που δημιουργούταν επηρέαζε τον αντίπαλο, κυρίως στα μεγάλα ντέρμπι;

«Όχι μόνο στα μεγάλα ντέρμπι αλλά και γενικότερα η Νέα Φιλαδέλφεια ήταν μία από τις καλύτερες έδρες. Σε κάθε ποδοσφαιριστή είτε παίκτη της ΑΕΚ, είτε αντίπαλό της του άρεσε να παίζει στο «Ν. Γκούμας». Κοντά οι γραμμές, ωραίες κερκίδες, είχε φανταστική ατμόσφαιρα. Για τους παίκτες της ΑΕΚ βέβαια σήμαινε πολλά παραπάνω, ήταν το σπίτι τους, ξέρανε που βρίσκονταν και έτσι είχαν καλύτερη απόδοση. Ο κόσμος ήταν πιο κοντά, ήταν πιο ζεστός, ήταν ένα φανταστικό γήπεδο, οικογενειακό. Σου έδινε μια ζεστασιά και την αίσθηση της σιγουριάς, γινόσουν ένα με τον κόσμο και τους ανθρώπους που πλαισίωναν την ομάδα. Είχα φανταστικά ποδοσφαιρικά χρόνια στην ΑΕΚ και μόνο ευχάριστες αναμνήσεις έχω από το συγκεκριμένο γήπεδο.»

Μιλήσαμε για το κλίμα στο γήπεδο, να πούμε τώρα για αυτό που υπήρχε μέσα στα αποδυτήρια, καθώς από όλους τους συμπαίκτες σας βγαίνει μια πολύ θετική εικόνα. Θυμάστε κάτι ιδιαίτερο;

«Είναι κάτι το οποίο δεν μπορείς να το περιγράψεις με λόγια. Ήταν φανταστικά, μαζευόμασταν δύο ώρες νωρίτερα, με πολύ καλαμπούρι και γέλιο. Πέρα από την προπόνηση που διαρκούσε περίπου 1,5 με 2 ώρες βρισκόμασταν στο γήπεδο συνολικά για κανένα 6ωρο σε ένα πολύ ευχάριστο κλίμα, ακόμα και αν δεν ήμασταν πολύ καλοί αγωνιστικά. Αυτά μπορεί να τα επιβεβαιώσει και ο Δημήτρης ο Σαραβάκος που από την ημέρα που ήρθε εκεί δεν πίστευε ότι μπορεί να υπάρξει τέτοια ατμόσφαιρα στα αποδυτήρια μιας ομάδας.

Θυμάμαι πολλά περιστατικά με το Στέλιο το Μανωλά που είχε καταπληκτικό χιούμορ, το Σπύρο Οικονομόπουλο, το Βάιο Καραγιάννη, το Χάρη Κοπίτσή, το Σταματή, τον Κούτουλα. Μόνο θετικά πράγματα μπορούσες να πάρεις από αυτούς τους ανθρώπους. Παρότι υπήρχε ανταγωνισμός επειδή είχαμε πολλούς καλούς παίκτες, δεν υπήρχε έχθρα και αντιπαλότητα και αυτό συνέβαινε γιατί στην ομάδα τότε έκανε πάντα ένας κουμάντο. Και όταν ο ποδοσφαιριστής έχει να συνεννοηθεί με έναν μόνο άνθρωπο –τον προπονητή- ποτέ δεν θα έχει πρόβλημα. Κουβεντιάζει με τον προπονητή, του λέει ο δεύτερος πως θέλει να παίξει και είναι όλα καλά, ενώ αν μπλεχτούν κι άλλοι παράγοντες η ομάδα χαλάει.»

Ήσασταν από τους πρώτους Έλληνες ποδοσφαιριστές που μετά την υπόθεση Μπόσμαν αγωνιστήκατε στο εξωτερικό και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία.  Φτάσατε μάλιστα και μιαν ανάσα από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας με τη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Πώς είναι για έναν Έλληνα ποδοσφαιριστή να πετυχαίνει όλα τα παραπάνω ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο και μάλιστα να γίνετε τόσο αγαπητός όσο γίνατε εσείς στο Σέφιλντ;

«Ήταν περίεργη κατάσταση. Όταν πρωτοπήγα εκεί αισθανόμουν ότι μου κάνανε χάρη (γέλια), καθώς δεν ασχολούταν κανείς στην Αγγλία, ούτε πουθενά αλλού με το ελληνικό πρωτάθλημα, παρά μόνο όταν οι ομάδες μας αγωνίζονταν στο Τσάμπιονς Λιγκ. Ο προπονητής είχε κάνει μία συνέντευξη –εμένα μου τη μεταφέρανε αργότερα- και είχε πει ότι θα δείτε έναν ποδοσφαιριστή που θα κάνει την έκπληξη, ότι θα δούνε ένα μπακ με τέτοια τεχνική κατάρτιση που δεν είχε ποτέ ο σύλλογος, Το είχε γενικότερα «φουσκώσει» πολύ και οι Άγγλοι απορούσαν και τους απάντησε ότι θα ήταν ο Έλληνας, ο «Βας» όπως με φωνάζανε.

Όσο λοιπόν περνούσαν τα παιχνίδια και πήγαινα καλά, ο κόσμος με αγάπησε τόσο ώστε ακόμα και αν δεν έπαιζα τόσο ωραία με έβγαζαν Man of the Match. Προχώρησε έτσι το πράγμα και άρχισαν να ενδιαφέρονται κάποιες ομάδες. Εγώ δεν ήξερα να χειριστώ καλά την κατάσταση, γιατί όπως είπατε ήμουν από τους πρώτους που έφυγαν και αν δεν σκεφτόμουν «ελληνικά» θα μπορούσα να κάνω από νωρίς καλύτερη μεταγραφή. Ήρθε προπονητής άλλης μεγάλης ομάδας και μου μίλησε μάλιστα προσωπικά, αλλά σκεφτόμουν την αγάπη που μου έδειχνε ο κόσμος που ερχόταν μέχρι και στο σπίτι μου για να πάρει αυτόγραφα. Ήταν πρωτόγνωρα πράγματα αυτά και για μένα και έχοντας την ελληνική νοοτροπία τους παρέπεμπα στην ομάδα, ενώ αν πίεζα λίγο περισσότερο την κατάσταση δεν νομίζω ότι θα υπήρχε πρόβλημα.

Έμεινα εκεί 1,5 χρόνο και πήρα τη μεταγραφή στη Ντέρμπι όπου ήμουν άτυχος και έσπασα το σαγόνι μου και στη συνέχεια επέμενα να γυρίσω πίσω. Ήταν ένα παραμύθι φανταστικό· το αγγλικό πρωτάθλημα είναι παράδεισος, μόνο αγάπη σου δίνουν και προσφέρεις το 100% στους αγώνες και τις προπονήσεις χωρίς να σε πιέσουν, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Είναι νομίζω ζήτημα γενικότερης παιδείας και δεν μπορεί να μεταδοθεί εύκολα. Πέρασα συνολικά 3 πολύ ευχάριστα χρόνια και αν και είχα για άλλα τόσα συμβόλαιο απαίτησα να φύγω, γιατί είχα μείνει μόνος, δεν είχα παρέα από Έλληνες, ενώ τα προηγούμενα χρόνια είχα το Δώνη, τα Μάρκο, τον «Τράι» που ήμασταν μαζί και στη Σέφιλντ σαν οικογένεια.»

Γυρίζετε στην ΑΕΚ το 2002 και αγωνίζεστε ξανά με τα χρώματά της. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας και τι διαφορές εντοπίσατε σε όλα τα επίπεδα ανάμεσα στην «Ένωση» που αγωνιστήκατε για πρώτη φορά και εκείνη της επιστροφής σας;

«Είχε διαφορές αλλά όχι τεράστιες. Υπήρχαν κυρίως διοικητικά προβλήματα και αυτό που είπαμε και προηγουμένως αναφορικά με τα πόσα πρόσωπα κάνουν «κουμάντο» στην ομάδα. Νομίζω ότι την περίοδο που ήρθα εγώ ξεκίνησαν αυτού του είδους τα προβλήματα και τότε χάλασε και το κλίμα. Όχι βέβαια αγωνιστικά, καθώς η ΑΕΚ εκείνης της περιόδου είχε καταπληκτικό υλικό, απλά η χημεία βρέθηκε μετά από 3-4 μήνες και άρχισε η ομάδα να αποδίδει σύμφωνα με τις προσδοκίες, αφού την πρώτη περίοδο υπήρχαν και οι υποχρεώσεις για τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ.

Σημαντική διαφορά με το 1993 που είχα πρωτοπάει στην ΑΕΚ ήταν ότι τότε υπήρχαν πολλοί καλοί ποδοσφαιριστές που αγωνίζονταν μαζί για πολλά χρόνια, ενώ το 2002 αν και πάλι υπήρχαν καταπληκτικοί παίκτες δεν έπαιζαν οι περισσότεροι τουλάχιστον 1-2 χρόνια μαζί, ώστε να γνωρίζει ο ένας το παιχνίδι του άλλου. Χάθηκε έτσι ένα 6μηνο μέχρι να αποδώσει η ομάδα αυτά που μπορούσε. Σίγουρα το κλίμα δεν ήταν τόσο καλό όσο ήταν την πρώτη περίοδο εξαιτίας ότι υπήρχαν πολλοί νέοι ποδοσφαιριστές. Από τους παλιούς αν θυμάμαι καλά ήταν ο Ατματσίδης, ο Κασάπης, ο Ντέμης και ίσως να ξεχνάω και κάποιον άλλον. Δεν ήταν πάντως όπως την πρώτη φορά που ήρθα που ήταν παίκτες κοντά 10ετία στην ομάδα και ήξεραν να χειριστούν καταστάσεις· ο Μανωλάς, ο Δημητριάδης, ο Κούτουλας. Νομίζω δηλαδή ότι το κλίμα το 1993 ήταν αρκετά καλύτερο κι αυτό δικαιολογείται βάσει των παραπάνω.»

Αν μπορούσατε να ξεχωρίσετε κάποια στιγμή στην καριέρα σας ποια θα ήταν αυτή;

«Δεν μπορείς νομίζω ποτέ να ξεχωρίσεις μόνο μία στιγμή. Σίγουρα δεν θα ξεχάσω την εμπειρία της Αγγλίας και την αγάπη του κόσμου εκεί, αν και αγαπήθηκα σε όλες τις ομάδες που έπαιξα και θέλω να πιστεύω ότι άφησα το στίγμα μου. Σίγουρα είναι και το πρωτάθλημα με την ΑΕΚ που είχα πολλές συμμετοχές. Το Κύπελλο που πήρα με τον ΠΑΟΚ στον τελικό με τον Ολυμπιακό, όπως και τον Απόλλων Καλαμαριάς που δεν μπορώ να τον ξεχάσω καθώς πέρασα 7 χρόνια σε αυτή την ομάδα με λίγες καλές στιγμές αλλά αγαπήθηκα και αγάπησα πολύ αυτή την ομάδα, γιατί δεν είναι μόνο οι καλές στιγμές που σε κάνουν να δένεσαι με μια ομάδα. Το ίδιο ισχύει για τη Σέφιλντ και τη Ντέρμπι που οι άνθρωποι με πρόσεξαν πάρα πολύ. Έχει μεγάλη αξία και η συμπεριφορά των ανθρώπων ενός συλλόγου όταν δεν είσαι σε φόρμα και γενικότερα στις κακές σου στιγμές. Στη Ντέρμπι ήμουν 4-5 μήνες τραυματίας και μάλιστα μετά από  μόλις δύο παιχνίδια με τη φανέλα της. Η φροντίδα και η συμπαράσταση που μου έδειξαν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι είναι κάτι που δεν μπορώ να ξεχάσω και προσωπικά το θεωρώ καλή στιγμή. Σου μένουν και άλλα πράγματα πέρα από τις επιτυχίες.

Εγώ δηλαδή ευχαριστήθηκα πάρα πολύ όλη την πρώτη 4ετία (μέχρι το 1997) στην ΑΕΚ που θεωρώ ότι ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της καριέρας μου, ανεξάρτητα από τους τίτλους γιατί είχαμε και καλή ομάδα και ευχάριστο κλίμα. Ήμασταν όλη μέρα στο γήπεδο αν και δεν είχαμε τις εγκαταστάσεις που θα έπρεπε σε σχέση με τώρα που «ζηλεύω» κάποια παιδιά που δουλεύουν σήμερα υπό καλύτερες συνθήκες. Εμείς κάναμε προπόνηση σε ξερό γήπεδο στους Θρακομακεδόνες, αλλά ακόμα και αυτό ήταν ευχάριστο. Αν και δεν υπήρχαν όπως είπα οι κατάλληλες συνθήκες εμείς τις δημιουργήσαμε από μόνοι μας, ώστε να μαζευόμαστε εκεί και να διασκεδάζουμε με οτιδήποτε υπάρχει.

Θα ήθελα επίσης να πω ότι ήμουν τυχερός που συνάντησα κάποιους ανθρώπους στην καριέρα μου από τους οποίους κατάφερα να πάρω, να «κλέψω» καλύτερα κάποια πράγματα, από παίκτες σαν τον Μανωλά που ήταν τόσα χρόνια στην ΑΕΚ, το Σαβέφσκι και όλους τους παλιούς. Τους έβλεπες ακόμα και στην προπόνηση να ενδιαφέρονται τόσο πολύ για την ομάδα, ώστε εσύ σαν νέος δεν μπορούσες να κάνεις πίσω. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση αυτό το πράγμα και κατάλαβα ότι για να βρίσκεσαι πολλά χρόνια σε υψηλό επίπεδο πρέπει να δουλεύεις σκληρά και να παραδειγματίζεσαι από τέτοιους αθλητές.»