«Τα πράγματα του Καζαντζίδη θα πάνε στην “Αγιά Σοφιά”»!

Η σύζυγος του Στέλιου Καζαντζίδη αποκαλύπτει την συμφωνία της με τον Δημήτρη Μελισσανίδη.

Μια αποκαλυπτική συνέντευξη έδωσε η σύζυγος του Στέλιου Καζαντζίδη, Βάσω, στο «pontos-news.gr», με αφορμή την συμπλήρωση 13 χρόνων από τη μέρα που ο μεγάλος καλλιτέχνης έκανε το τελευταίο του ταξίδι.

Αναλυτικά το δημοσίευμα:

«Ανήμερα του Σταυρού άφησε την τελευταία του πνοή ο κορυφαίος καλλιτέχνης, αυτός που άγγιξε την ελληνική ψυχή όσο κανένας άλλος. Ο Στέλιος, ο Στελάρας, που λατρεύτηκε από τον κόσμο ήταν ένας απλός άνθρωπος. Οικογενειάρχης, Πόντιος, ΑΕΚτζής, φίλος, οπαδός του απλού, του λαϊκού αλλά σοφού.

Είκοσι τρία χρόνια για κάποιους είναι μια ολόκληρη ζωή. Σε εκείνη όμως δεν έφθασαν. Ακόμα τον περιμένει να γυρίσει. Και δεν είναι η μόνη. Μαζί με τη Βάσω Καζαντζίδη, τον «θησαυρό» του Στέλιου, εκατομμύρια Έλληνες θα έδιναν χρόνο από τη ζωή τους για να ακούσουν το «αηδόνι του Πόντου» να ξανατραγουδάει.

Τι κι αν κλείνουν 13 χρόνια από την ημέρα που έφυγε, στις 14 Σεπτεμβρίου του 2001, η αγάπη τους για τον Στέλιο Καζαντζίδη παραμένει αιώνια. Τιμούν την μνήμη του όπως μπορούν,  εξομολογείται στη συνέντευξη που μας παραχώρησε η σύζυγος του τρανού καλλιτέχνη, αφήνοντας λίγα λουλούδια στο μνήμα του, διοργανώνοντας εκδηλώσεις όπου ακούγονται τα τραγούδια του. Ο κόσμος και κάποιοι ιδιώτες, φίλοι του Στέλιου, έκαναν και κάνουν ό,τι δεν στάθηκε άξια να πράξει η πολιτεία: να τον τιμήσει όπως του αρμόζει.

Στη συνέντευξή της, μια συνέντευξη γεμάτη συναίσθημα αλλά και ευγνωμοσύνη για τον άνθρωπο που έφερε η ζωή στη ζωή της, η Βάσω Καζαντζίδη μας μιλάει για το ταξίδι στον Πόντο που δεν πρόλαβε να κάνει ο Στέλιος, για την αγάπη που μοιράστηκαν, τη σχέση του με το γυναικείο φύλο, την πεθερά της την κα Γεσθημανή και την ΑΕΚ. Ας δούμε, λοιπόν, τον Στέλιο μέσα από τα μάτια της…

Κα Καζαντζίδη, πόσο Πόντιος αισθανόταν ο Στέλιος;

«Ήταν πολύ περήφανος για την καταγωγή του. Για αυτό άλλωστε ήθελε να αφήσει πίσω του και κάποια τραγούδια ποντιακά. Και έκανε τρεις δίσκους.  Τα Αηδόνια του Πόντου, το Συναπάντεμαν, έκανε και μια δουλειά με τον Χάρυ Κλυνν, την Λιζέττα Νικολάου και άλλους τραγουδιστές. Έκαναν την Ποντιακή Ραψωδία που περιείχε το τραγούδι «300 Κοπρομούμουλα». Άφησαν πίσω τους παρακαταθήκη. Μια καλή κληρονομιά και για τους Ποντίους. Είναι καταπληκτικά τραγούδια. Τραγούδησε με τον Στάθη Νικολαΐδη, με τον αείμνηστο Χρύσανθο, τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο. Ήταν μια καταπληκτική δουλειά. Ο Στέλιος ήταν κάργα Πόντιος».

Έχω διαβάσει ότι φοβόταν να κάνει ποντιακά τραγούδια επειδή δεν μιλούσε καλά την ποντιακή.

«Κι όμως την μιλούσε πάρα πολύ καλά. Απλά, επειδή η πεθερά μου ήταν Μικρασιάτισσα μιλούσαν τα τούρκικα περισσότερο. Αλλά όταν άρχισε να μιλάει με τον Χρύσανθο, με τον Χρήστο Χρυσανθόπουλο, με τον Στάθη Νικολαΐδη, τα δούλεψε κάνα μήνα και ήταν τέλειος. Ήταν πάρα πολύ ωραίοι αυτοί οι δίσκοι».

Ήταν και ΑΕΚτζής…

«Ναιιιιιι! (γέλια). Πάντα. Παλαιότερα πήγαινε και στο γήπεδο. Παρακολουθούσε τους αγώνες. Μετά μεγάλωσε και σταμάτησε. Αλλά πάντα προσπαθούσε να στρέψει και τα εγγόνια μας προς τα εκεί. Μόνον ΑΕΚ, τίποτα άλλο δεν ήθελε να γίνουν. Και πολλά χρόνια πριν, είχε γράψει και τη μουσική για τον πρώτο ύμνο της ΑΕΚ, που τον τραγούδησε ο Μίμης Παπαϊωάννου».

Έχετε εσείς ανέκδοτα τραγούδια ή ηχογραφήσεις που δεν έχουν κυκλοφορήσει;

«Δεν έχω. Ό,τι υπήρχε, ποντιακά ή άλλα τραγούδια, παρεΐστικα ή από βραδιές εδώ στο σπίτι, τα κυκλοφορήσαμε πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια. Αυτή ήταν η τελευταία συλλογή με τραγούδια του Στέλιου. Εγώ δεν έχω τίποτα άλλο. Ό,τι είχα το έδωσα στον κόσμο. Είπα ότι δεν μου ανήκουν και τα έδωσα. Να φανταστείτε ότι τα είχαν ηχογραφήσει εδώ στην αυλή του σπιτιού με ένα μικρό κασετοφωνάκι. Κάποιοι φίλοι είχαν την ιδέα να καταγράψουν αυτές τις βραδιές. Ευτυχώς! Γιατί εγώ πίστευα ότι ο Στέλιος δεν θα φύγει ποτέ από τη ζωή. Ήταν τόσο γερός άνθρωπος, τόσο δυνατός που ακόμα δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω».

Μα δεν νομίζω ότι έχει φύγει. Ο κόσμος το αποδεικνύει καθημερινά.

«Κι εγώ νομίζω ότι είναι ταξίδι και όλο τον περιμένω. Κάπως έτσι αισθάνομαι. Κι ο κόσμος… Είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει. Έχουν περάσει 13 χρόνια από το θάνατό του. Αλλά ο κόσμος εξακολουθεί να έρχεται σήμερα από εδώ, στον Άγιο Κωνσταντίνο, για να δουν πού ζούσε ο Στέλιος, πώς ζούσε, τη βάρκα του την οποία έχω εδώ. Κάποια στιγμή, όταν ο Δημήτρης Μελισσανίδης κάνει το μουσείο η βάρκα θα πάει εκεί. Έχουμε ήδη μιλήσει και τα πράγματα του Στέλιου θα πάνε όλα εκεί. Στο γήπεδο της ΑΕΚ. Πηγαίνω στο νεκροταφείο και βρίσκω λουλούδια. Ο κόσμος δεν ξεχνάει. Κι άλλωστε πώς να ξεχαστεί ένας τέτοιος άνθρωπος. Δεν αναφέρομαι στον καλλιτέχνη αλλά στον άνθρωπο».

Μόνος του, στο σπίτι τραγουδούσε;

«Πάρα πολύ. Αφού κάποια βράδια που έκλεινα την πόρτα και πήγαινα για ύπνο μου έλεγε «εάν ήξερε ο κόσμος μόνο ότι γρατζουνάω την κιθάρα μου, θα ήταν σκαρφαλωμένος στα μπαλκόνια για να μ’ ακούσει. Εσύ μου κλείνεις και την πόρτα κυρα-Βάσω, ε; Καλά. Καλά» (γέλια). Κάθε βράδυ τραγουδούσε. Ο Στέλιος αγαπούσε πάρα πολύ το σπίτι και δεν έβγαινε. Κι αφού ξυπνούσε το απόγευμα ξεκούραστος, τα βράδια έπιανε την κιθάρα του, έφτιαχνε διάφορες μελωδίες. Πότε τις κρατούσε, πότε όχι. Τραγουδούσε συνήθως ανατολίτικα».

Μιλούσε τούρκικα;

«Βέβαια. Πολύ καλά».

Παρά το ότι ήταν μισός Πόντιος, μισός Μικρασιάτης, οι Τούρκοι τον αγαπούσαν.

«Πράγματι. Πολύ. Μάλιστα σε κάποια ταξίδια που κάναμε τον αναγνώριζαν αμέσως. Μια φορά, μπήκαμε σε ταξί για να μας πάει στο ξενοδοχείο γιατί δεν ξέραμε την Πόλη κι αμέσως κάποιος του φώναξε «μπρε, Καζαντζίδη!». Ο Στέλιος του απάντησε στα τούρκικα «δεν είμαι εγώ. Ο αδερφός του Καζαντζίδη είμαι».  Μου έλεγε: «τουλάχιστον, εδώ που ήρθαμε να καθίσουμε λίγες μέρες, να ξεκουραστώ κι εγώ».

Είχε και φλερτ στην Τουρκία…

«Βέβαια! Ο Στέλιος και το γυναικείο φύλο… τι να λέμε; (γέλια). Φλέρταρε με την ηθοποιό Τουρκιάν Σοράι. Μια πανέμορφη, καταπληκτική ηθοποιό. Αλλά τότε ήταν παντρεμένος με την Μαρινέλλα».

Στα ταξίδια σας είχατε πάει ποτέ στον Πόντο;

«Δεν είχαμε φθάσει τόσο μακριά. Δεν είχε πάει ούτε μόνος του να δει από πού κατάγεται ο πατέρας του. Αλλά πολλές φορές έλεγε να βρούμε καλή συντροφιά, να νοικιάσουμε ένα πούλμαν- γιατί δεν έμπαινε σε αεροπλάνο- και να πάμε εκεί».

Είναι αλήθεια ότι στην Αμερική είχε παντρευτεί και με μια ομογενή, την Αντωνία Κωνσταντουλάκη;

«Ναι, είχε κάνει πολιτικό γάμο. Όταν έφυγε από την Ελλάδα για να πάει στην Αμερική με την προοπτική να μην ξαναγυρίσει και να φτιάξει εκεί τη ζωή του, να πάρει και την μαμά του μαζί, αποφάσισε να παντρευτεί. Ξέρετε είχε προβλέψει όλα αυτά που μας συμβαίνουν σήμερα και για αυτό ήθελε να φύγει. Η μαμά του όμως δεν ήθελε να πάει στην Αμερική και έτσι επέστρεψε. Ο γάμος δεν κράτησε. Δεν πήγε καλά και στο χρόνο πάνω διαλύθηκε. Αμέσως μετά επέστρεψε και τότε γνώρισε εμένα, το ’78».

Γιατί τον ερωτευτήκατε;

«Στην αρχή ήμουν απλώς μια θαυμάστρια του και εγώ. Ήμασταν σε μια κοινή συντροφιά. Είχα μια φίλη που ήταν η αισθητικός μου. Ο άνδρας της ήταν σε αυτή την παρέα. Μια μέρα μου είπε «θα βγούμε για φαγητό το βράδυ με τον Στέλιο». Κι επειδή το άκουγα συνέχεια αυτό το όνομα, ρώτησα «μα ποιος είναι αυτός ο Στέλιος βρε παιδιά, που τον περιμένετε πώς και πώς να έρθει;».  Ο Καζαντζίδης, μου είπαν. Τους ρώτησα εάν χωράω στην παρέα και μου είπαν «τι 15, τι 16 άτομα». Εκεί γνωριστήκαμε. Με κυνήγησε πολύ. Πάρα πολύ. Ήρθαμε πιο κοντά, βγήκαμε για φαγητό και γνωριστήκαμε καλύτερα. Ήταν να φύγει για την Αθήνα, αλλά τελικά έμεινε. Έκατσε στη Θεσσαλονίκη, γιατί εκεί ζούσα εγώ. Κάποια στιγμή μου ζήτησε να πάμε στο εξοχικό. «Είναι η μητέρα μου εκεί. Θέλω να σε γνωρίσει» μου είπε. Κι έτσι σιγά-σιγά ήρθαμε πιο κοντά. Ο άνθρωπος ήταν που με τραβούσε. Είχε γκελ!»

Σας είχε αδυναμία όμως. Πολλές φορές είχε πει σε συνεντεύξεις ότι ήσασταν ο «θησαυρός» του.

«Ο Στέλιος δεν ήταν από τους ανθρώπους που έλεγαν πολλά. Την αγάπη του την έδειχνε με τα έργα του. Και πολλές φορές όταν ήμασταν οι δυο μας, μου έλεγε ότι έπρεπε να είχα μπει στη ζωή του τουλάχιστον 20 χρόνια πριν. Του άρεσαν βέβαια οι όμορφες γυναίκες. Ήταν μονογαμικός όμως».

Εσείς δεν έχετε σχέση με τον Πόντο ή την Μικρά Ασία;

«Όχι εγώ από την Λαμία είμαι. Απλώς έμενα στη Θεσσαλονίκη, επειδή εκεί είχα παντρευτεί. Έχω μια κόρη (τη Σοφία) και δυο εγγόνια. Ο ένας τέλειωσε Πληροφορική και η άλλη Φιλοσοφική. Ξέρετε με τον Στέλιο δεν είχαμε δικά μας παιδιά. Έλεγε στη Σοφία: «Σοφία μου, τη λέξη παππούς δεν θα την άκουγα ποτέ. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ». Αφού όταν γέννησε, πέρα από όλα τ’ άλλα, της είχε πάρει μια πάρα πολύ ωραία εικόνα του Αγίου Στυλιανού. «Ο Άγιος Στυλιανός είναι για τα παιδάκια, κι εγώ τον ευχαριστώ έτσι που θα ακούσω τη λέξη ‘παππού’» της είπε τότε. Φυσικά, όταν κι αυτά μεγάλωσαν κι έγιναν 2,5-3 ετών δεν ξεκολλούσαν από πάνω του. Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Τα λάτρευε. Θα ήταν καταπληκτικός πατέρας! Αλλά δυστυχώς… Όταν αρρώστησε και μπήκαμε στο Ιατρικό Κέντρο μου είπε «να πεις στη Σοφία, το σαββατοκύριακο να μου φέρει τα παιδιά». Κι όταν τα είδε, τα έσφιξε στην αγκαλιά του με το δεξί χέρι, γιατί το αριστερό δεν μπορούσε να το κουνήσει, τα φιλούσε κι έκλαιγε. Τα παιδιά του έλεγαν «γιατί παππού κλαις; Θα γίνεις καλά!». Αλλά τα δάκρυα, ποτάμι. Γιατί ήταν πανέξυπνος άνθρωπος και είχε καταλάβει».

Δεν ήξερε πόσο σοβαρά ήταν;

«Όχι. Δεν ήθελα να ξέρει ότι τελειώνει. Κι επειδή είχε αυχενικό, οι γιατροί του είχαν πει πως δεν μπορεί να κουνήσει το χέρι του λόγω αυτού του προβλήματος, ότι θα ταλαιπωρηθεί λίγο αλλά θα περάσει.  Εμείς, όμως, ξέραμε ότι κάθε μέρα που περνούσε ο Στέλιος έφευγε από κοντά μας. Γι’ αυτό και 6,5 μήνες δεν έφυγα λεπτό από κοντά του. Κι όταν νύσταζα, κοιμόμουν εκεί δίπλα του κρατώντας το χέρι του».

Όταν έχεις ζήσει με ένα θρύλο όπως ο Καζαντζίδης, είναι δύσκολο να τον αφήσεις να φύγει. Δεν θέλεις να φύγει.

«Δεν με ενδιέφερε ο θρύλος. Ο άνθρωπος δεν ήθελα να φύγει. Τον γνώρισα σαν καλλιτέχνη, αλλά μετά αυτό δεν με ένοιαζε. Μείναμε μαζί, παντρευτήκαμε. Με ενδιέφερε ο άνθρωπος. Γιατί είχα βγει από ένα γάμο και η εμπειρία μου δεν ήταν καλή. Ευτυχώς μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω ευτυχισμένη μαζί του. Βέβαια σε ένα γάμο γίνονται και υποχωρήσεις. Πριν να πέσει σε κώμα συζητούσαμε μια μέρα στο νοσοκομείο και μου λέει «θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη». Τον ρώτησα γιατί και μου είπε «εάν βάλεις στη ζυγαριά τις πίκρες που μου έδωσες θα γύρει λίγο. Οι πίκρες που σου έδωσα εγώ όμως θα αναποδογυρίσουν και το τραπέζι». Με τον Στέλιο ζήσαμε πάρα πολύ ωραία. Αν και έτρεμα στην ιδέα ενός δεύτερου γάμου, πόσο μάλλον με έναν καλλιτέχνη, ευτυχώς τα χρόνια που ζήσαμε μαζί ήταν ευτυχισμένα. Η ζωή μας ήταν ήρεμη. Έκανε κανέναν δίσκο, ψαρεύαμε, περνάγαμε χρόνο με φίλους καλούς, κάναμε τα γενέθλιά του, μας τραγουδούσε… Ήταν άνθρωπος που δεν είχε πατήσει μυρμήγκι».

Πιστεύετε ότι έχει τιμηθεί όσο του αξίζει από την πολιτεία;

«Ο Στέλιος καταξιώθηκε από τον απλό κόσμο. Ήταν βασιλιάς στις καρδιές του κόσμου. Από την πολιτεία όχι. Δεν έκαναν τίποτα. Ο μόνος που έκανε κάτι ήταν ο Νικήτας Κακλαμάνης για πέντε μέρες στην Τεχνόπολη στο Γκάζι. Έγινε έκθεση και με τα προσωπικά αντικείμενα του Στέλιου. Είχαμε πάρα πολύ κόσμο. Από την πολιτεία, τίποτα, όμως. Επί Ζαχόπουλου, προσπαθούσα να κάνω το μουσείο του Στέλιου. Ήταν αδύνατο. Έγιναν δυο ραντεβού, μου είπε «βεβαίως, για τον Στέλιο μας», όμως στη συνέχεια όχι μόνο δεν απαντούσε στο τηλέφωνο αλλά κι όταν πήγα στο γραφείο του κρυβόταν. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα και τον είδα. Όχι δεν έχουν κάνει τίποτα για να τον τιμήσουν. Το μόνο που μου είπαν, επί Βενιζέλου, ήταν να γίνει δημοσία δαπάνη η κηδεία του. Ωστόσο δεν το δέχθηκα γιατί ήταν επιθυμία του Στέλιου. Έλεγε ότι «εάν ποτέ πεθάνω, αυτό το πράγμα δεν θα το δεχθείς. Ποτέ». Κι έτσι έκανα.

Το εντυπωσιακό ήταν ότι μετά το θάνατο του Στέλιου μας κάλεσαν να πάμε στην Κύπρο. Εκεί έκαναν μια εβδομάδα εκδηλώσεις στη μνήμη του. Όσο για τα «Καζαντζίδεια» στον Άγιο Κωνσταντίνο, τα παιδιά που το διοργανώνουν πασχίζουν πάρα πολύ. Μαζεύουν χρήματα όπως-όπως. Φέτος ο δήμαρχος της πόλης έδωσε 2.000 ευρώ και τα μαγαζιά στην πλατεία όπου φιλοξενήθηκαν οι εκδηλώσεις από 500 ευρώ, για να προχωρήσει η διοργάνωση. Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Καλύφθηκαν πάνω από 5.500 θέσεις. Υπήρχε κόσμος που έφευγε. Στην αρχή κάναμε την εκδήλωση στο σπίτι, αλλά φέτος τα παιδιά που το διοργάνωναν δεν μπορούσαν. Κι έτσι το κάναμε στην πλατεία του χωριού».

Δεν του έλειπε που δεν τραγουδούσε καθημερινά σε μαγαζί;

«Όχι. Όταν έφυγε από αυτή τη δουλειά, είχε πει ότι θα υπάρχει δισκογραφικά και ότι θα κάνει κάποιες εμφανίσεις. Αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα υπολόγιζε και δεν είχε και την καλύτερη ψυχολογία. Οπότε εγκατέλειψε και αυτή την ιδέα».

Υπήρχε κάτι που ήθελε να κάνει και δεν πρόλαβε;

«Ναι, ήθελε να κάνει μια συναυλία. Είχαν κανονίσει μάλιστα και σε ποιες πόλεις του εξωτερικού θα πήγαιναν. Την ετοίμαζαν και ξαφνικά ένα πρωί μου είπε ότι δεν είναι καλά και πως δεν μπορεί να γράψει. «Ήθελα να δώσω ένα αυτόγραφο σε ένα κοριτσάκι που με είδε και με σταμάτησε την ώρα που έμπαινα στο αυτοκίνητο και δεν μπορούσα. Το στυλό μου έφυγε από τα χέρια» μου είπε. Ξεκινήσαμε να κάνουμε εξετάσεις και δυστυχώς έτσι ανακαλύψαμε το πρόβλημα της υγείας του».

Είχατε κοντά σας ανθρώπους που σας στήριξαν; Που του στάθηκαν;

«Είχαμε. Φίλους και κουμπάρους. Μας στέκονταν και μου στέκονται ακόμα. Έχω και την οικογένεια μου, που πάντα είναι δίπλα μου. Τα αδέρφια μου, τα ανίψια μου, τα εγγόνια μου… Είμαστε μεγάλη οικογένεια».

Με την μαμά του, ήταν τόσο πολύ δεμένος όσο λένε;

«Έως ενός σημείου. Ο Στέλιος πάντα έκανε αυτό που ήθελε. Όταν πέθανε ο πατέρας του ήταν 14 ετών και είχαν και τον αδερφό του τον Στάθη που ήταν 8 μηνών. Ο Στέλιος ήταν ο άνδρας του σπιτιού. Ήταν τα πάντα για ‘κείνη. Και να είναι καλά εκεί που βρίσκεται (η κυρία Γεσθημανή) γιατί πολλές φορές όταν από τη φτώχεια καταφέρεις να βγάλεις χρήματα, μπορεί να περάσεις στο άλλο άκρο. Εκείνος όμως είχε μια μάνα πίσω που τον στήριζε, που τον μάλωνε, που του φώναζε και του έλεγε «πρέπει να κάνεις οικονομία, πρέπει να έχεις πέντε δραχμές στην άκρη».

Δηλαδή είχε καταφέρει να βγάλει χρήματα;

«Δόξα τω Θεώ! Ο Στέλιος δεν κυνηγούσε το χρήμα. Γιατί εάν ήθελε, η μισή Ελλάδα χωρίς υπερβολές θα ήταν δική του. Ο Στέλιος είχε μια δική του φιλοσοφία και πάντα έλεγε «Τα πολλά και τα καθόλου βλάπτουν». Είχαμε αυτά που χρειαζόμασταν κι αυτά που θέλω για να ζήσω το  υπόλοιπο της ζωής μου. Δεν είμαστε πλούσιοι, αλλά δεν έχω την ανάγκη να χτυπήσω καμία πόρτα, να απλώσω το χέρι σε κανέναν. Ο Στέλιος πάντα έκανε οικονομία. Όταν αρρώστησε χρειαζόμασταν πολλά χρήματα. Η ασθένεια του είναι ασθένεια των πλουσίων. Κι από εδώ θέλω να ευχαριστήσω τον Γιώργο Αποστολόπουλο (τον πρόεδρο του Ιατρικού Κέντρου) που μου είπε ότι το νοσοκομείο ήταν δικό μας και πως μπορούσαμε να έχουμε ό,τι θέλουμε για τον Στέλιο. Δεν πλήρωσα ούτε μισό ευρώ για τη νοσηλεία του! Τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Όπως και τον Νίκο Ζαμπόγλου, που είναι και φανατικός ΑΕΚτζής, τον γιατρό που τον κούραρε στη Γερμανία. Γίναμε και κουμπάροι, του βάφτισα το παιδί. Όταν πήγαμε εκεί στο νοσοκομείο, μου είχαν ζητήσει 70.000.000 δραχμές προκαταβολή. Αλλά χάρη στον Νίκο δεν πληρώσαμε τίποτα. Να είναι καλά ο Στέλιος μου εκεί που πήγε. Και τον αδερφό του φρόντισε οικονομικά και εμένα. Για να μην έχει πρόβλημα και παράπονο κανένας».

Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι;

«Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Μελισσανίδη γιατί ήταν ο μεγάλος χορηγός στο ντοκιμαντέρ «Στέλιος Καζαντζίδης: τ’αχνάρια ενός μύθου…». Χωρίς αυτόν δεν θα γινόταν αυτό το έργο. Θέλω να τον ευχαριστήσω για την αγάπη που δείχνει για τον Στέλιο. Να είναι καλά και να του ευχηθώ να έχει υγεία αυτός και η οικογένειά του. Έτσι θα ήθελα να κλείσω».