Τσιάρτας: «Η ΑΕΚ ήταν μια πάρα πολύ δυνατή ομάδα»

Ο Βασίλης Τσίαρτας μίλησε στο sportday για τη μεγάλη ομάδα της ΑΕΚ τη δεκαετία του ’90.

Αναλυτικά η συνέντευξη του:

Έχετε αγωνιστεί με μεγάλη επιτυχία στο Νίκος Γκούμας. Μιλήστε μας για τα συναισθήματά σας όταν αγωνιζόσασταν στη Νέα Φιλαδέλφεια και πώς το κλίμα που δημιουργούταν τότε επηρέαζε τον αντίπαλο και ιδιαίτερα στα μεγάλα ντέρμπι;

«Κοιτάξτε, όταν πρωτοπήγα στην ΑΕΚ το Δεκέμβριο του ’92, πήγα σε μια ομάδα η οποία είχε βάλει πολύ γερές βάσεις και θεμέλια για να μπορέσει να πρωταγωνιστήσει και να κάνει αυτό που στην πορεία είδαν όλοι μέχρι το ’96 και λίγο το 97. Υπήρχε μια πολύ καλή ατμόσφαιρα, όλοι ήμασταν ένα, υπήρχε οικογενειακό, πάρα πολύ καλό κλίμα στα αποδυτήρια, ο κόσμος ήταν πολύ κοντά στην ομάδα, η Νέα Φιλαδέλφεια ήταν ένα γήπεδο από το οποίο δεν πέρναγε εύκολα ο αντίπαλος και σίγουρα, όλα αυτά τα στοιχεία μαζί, κάνανε μια πάρα πολύ καλή ομάδα.»

Κύριε Τσιάρτα, όλοι μας μιλούν για το οικογενειακό κλίμα που υπήρχε τότε. Υπήρχε κάποιος συμπαίκτης με τον οποίο ήσασταν πιο κοντά, ή κάποια ιδιαίτερη στιγμή στα αποδυτήρια που να θυμάστε;

«Κοιτάξτε, υπήρχαν και νέα παιδιά όπως ήμουν κι εγώ τότε, ο Μιχάλης Κασάπης, ο Βασίλης Μπορμπόκης, ο Χρήστος Κωστής, ο Νίκος Κωστένογλου που ήρθε πιο μετά, αλλά υπήρχαν και παίκτες στην ομάδα που ήταν βαρόμετρο, όπως ο Στέλιος Μανωλάς, ο Τάσος Μητρόπουλος, ο Δημήτρης Σαραβάκος που ήρθε μετά, ο Παύλος Παπαϊωάννου, ο Σπύρος Οικονομόπουλος, ο Τάκης Καραγκιοζόπουλος, ο Χρίστος Βασιλόπουλος, ο Τόνι Σαβέφσκι, ο Σαμπανάζοβιτς, μετά ήρθε ο Κετσπάγια, ο Αντώνης Μήνου. Αν κάνετε μια αναδρομή στο ρόστερ της εποχής θα δείτε ότι υπήρχαν παίκτες που πραγματικά ήμασταν τυχεροί που τους βρήκαμε εκεί, μας βοήθησαν πάρα πολύ, μας εντάξανε γρήγορα στο κλίμα της ομάδας και σίγουρα αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο, γιατί η ΑΕΚ τότε ήταν μια πάρα πολύ δυνατή ομάδα και ήταν δύσκολο να μπεις και να παίξεις σε αυτήν. Έπρεπε να έχεις πάρα πολύ ταλέντο, να είσαι πολύ καλός παίκτης για να μπορέσεις να παίξεις  στη θέση κάποιου άλλου. Αυτός ο ανταγωνισμός που υπήρχε μας βοήθησε πάρα πολύ να εξελιχτούμε και το αποκορύφωμα όλης αυτής της δουλειάς που γινόταν όλα τα προηγούμενα τα χρόνια πιστεύω ότι ήταν η χρονιά 1995-96, όπου η ΑΕΚ έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρο στην Ελλάδα κατά γενική ομολογία, δε λέμε μόνο για τους φιλάθλους της ΑΕΚ. Η ομάδα είχε καταφέρει να συγκεντρώνει και κόσμο από άλλες ομάδες στο γήπεδό της, αλλά και εκτός έδρας. Θυμάμαι όταν πηγαίναμε και παίζαμε εκτός, γινόταν χαμός, τα γήπεδα γέμιζαν, ο κόσμος ερχόταν να δει ωραίο ποδόσφαιρο κι αυτό σίγουρα ήταν μεγάλη αναγνώριση.»

Μετά από τη δικιά σας φουρνιά που πήρατε και το τελευταίο πρωτάθλημα, ακολούθησαν φουρνιές που ήταν καλές μεν αγωνιστικά, δεν έφεραν όμως τους τίτλους.Εσείς που το αποδίδετε αυτό, το ότι δηλαδή δε συνέχισε αυτή την καλή πορεία η ομάδα;

«Κοιτάξτε, κάποιες αποχωρήσεις, οι οποίες έγιναν το καλοκαίρι του ’96 και το γεγονός ότι η ομάδα άρχισε τότε να κλονίζεται έκανε τα πράγματα να μην είναι όπως πριν. Πιστεύω ότι από τη φυγή του Μπάγιεβιτς και μετά, κάπου χάθηκε όλη αυτή η ατμόσφαιρα που υπήρχε, αυτή η ένωση. Τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν, υπήρξαν διοικητικές αλλαγές, υπήρξαν διάφορες άλλες καταστάσεις, σε συνδυασμό με το ότι  ο Ολυμπιακός ξεκίνησε τότε να παίζει δυνατά στο πρωτάθλημα και γνωρίζουμε όλοι τι συνέβη από κει και πέρα. Όλα αυτά τα πράγματα αλλά και το μονοπώλιο του Ολυμπιακού από το ’96 και μετά, δημιούργησε κάποιους αστάθμητους παράγοντες που ήταν ικανοί για να χαλάσουν  αυτό που υπήρχε στην ΑΕΚ μέχρι το καλοκαίρι του ’96. Υπήρχε βέβαια η συσπείρωση και μετά, δηλαδή συνεχίστηκε για ένα χρόνο αυτό που είχε αφήσει ο Μπάγιεβιτς πίσω, όμως από το ’98 και μετά τα πράγματα στην ομάδα άρχισαν να γίνονται διαφορετικά. Μετά από κάποια χρόνια, βέβαια, η ομάδα ξαναβρήκε τα πατήματά της, αλλά δεν υπήρχε μια διοικητική κατάσταση τέτοια που να μπορέσει να ξανακάνει την ομάδα αυτό που ήταν στο παρελθόν. Έγιναν κάποια πράγματα τη δεκαετία του 2000, αλλά με κενά, δηλαδή δεν ήταν κάτι συνεχόμενο.»

Παρά το νεαρό της ηλικίας σας, καθιερωθήκατε σχεδόν άμεσα στην κορυφαία ελληνική ομάδα εκείνης της εποχής και πρωταγωνιστήσατε και στην κατάκτηση του πρωταθλήματος του ’94. Περιμένατε να έρθει τόσο γρήγορα η καταξίωση;

«Δε θα έλεγα ότι ήμουν από τους παίκτες που καθιερώθηκαν άμεσα, διότι εγώ ήρθα το Δεκέμβρη του ’92. Εκείνη τη χρονιά συμμετείχα κυρίως ως αλλαγή στο μισό του πρωταθλήματος, ήταν μια περίοδος προσαρμογής θα έλεγα, πήραμε το πρωτάθλημα του ’92-93. Το επόμενο πρωτάθλημα, το ’93-94, ήταν μια χρονιά που και αυτή δεν ήταν γεμάτη για μένα. Ήταν τη χρονιά’95-96 που έπαιξα ένα ολόκληρο πρωτάθλημα και πέτυχα 26 γκολ, βγήκα καλύτερος παίκτης και πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και πήρα μεταγραφή στη Σεβίλλη. Ήταν μια πολύ γεμάτη χρονιά. Σίγουρα το γεγονός ότι συμμετείχα στα δύο τελευταία πρωταθλήματα της ΑΕΚ με κάνει και αισθάνομαι πάρα πολύ όμορφα. Η ΑΕΚ ξαναδιεκδίκησε δύο φορές το πρωτάθλημα, το ένα το 2002 με τον Φερνάντο Σάντος  που χάθηκε στην ισοβαθμία με τον Ολυμπιακό και το 2008 πάλι το διεκδίκησε με τον Ολυμπιακό και όλοι ξέρουμε τι είχε συμβεί τότε. Από τότε η ομάδα ταλανίζεται με πάρα πολλά προβλήματα και όλη αυτή η κατάσταση ας ελπίσουμε ότι θα αλλάξει προς το καλύτερο.»

Το 1996, λοιπόν, πάτε στη Σεβίλλη σε μια περίοδο που τότε δεν έφευγαν πολλοί Έλληνες ποδοσφαιριστές στο εξωτερικό και μάλιστα για τέτοια πρωταθλήματα, όπως το ισπανικό. Πώς ήταν για σας να αγωνίζεστε σε ένα τόσο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα;

«Αν θυμάστε ήταν τότε που άλλαξε ο ποδοσφαιρικός χάρτης με το νόμο Μπόσμαν γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχαν τότε οι κοινοτικοί, υπήρχαν μόνο οι ξένοι και κάθε ομάδα μπορούσε να έχει έως τρεις. Ο νόμος Μπόσμαν έδωσε τη δυνατότητα και σε μένα και σε άλλα παιδιά από κει και πέρα να βγούμε στο εξωτερικό και να δοκιμάσουμε την τύχη μας εκεί. Σίγουρα τον πρώτο χρόνο ήταν πολύ δύσκολα για μένα γιατί πήγα σε ένα τελείως διαφορετικό πρωτάθλημα και όπως ξέρετε ήταν το καλύτερο του κόσμου και κατά την προσωπική μου άποψη συνεχίζει να είναι και σήμερα, αν όχι το καλύτερο, είναι μέσα στα 2-3 καλύτερα αυτή τη στιγμή. Ήταν πολύ μεγάλη εμπειρία, ήταν κάτι που αν δε το ζήσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις. Αυτά τα 4 χρόνια στη Σεβίλλη όπως και μετά οι 6 μήνες στην Κολωνία στη Γερμανία ήταν πολύ μεγάλες εμπειρίες, λοιπόν και η συμμετοχή σε αυτά τα δύο πρωταθλήματα είναι μια επιβράβευση και μια αναγνώριση των προσπαθειών και των πολύ καλών σεζόν που είχα κάνει στην ΑΕΚ, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο για να μπορέσω να πάω στο εξωτερικό.»

Κορυφαία στιγμή στην καριέρα σας;

«Κορυφαία στιγμή ήταν αδιαμφισβήτητα η κατάκτηση του Euro 2004. Από κει και πέρα υπήρξαν και εξαιρετικές στιγμές με την ΑΕΚ- στην Ελλάδα από ομάδες Α΄ Εθνικής έχω αγωνιστεί μόνο στην ΑΕΚ, αλλά και κάποια παιχνίδια με τη Σεβίλλη που είναι χαραγμένα βαθιά μέσα στη μνήμη. Επίσης, με την ΑΕΚ βέβαια στην Ευρώπη τότε που είχε πρωτοξεκινήσει ο θεσμός του Τσάμπιονς Λιγκ είχαμε προσπαθήσει να κάνουμε μια πολύ καλή πορεία με τη Μίλαν και τον Άγιαξ στον όμιλό μας που μετά έπαιξαν και οι δύο τελικό εκείνη τη χρονιά. Ακόμη, τη δεκαετία του 2000 όταν ξαναγύρισα στην ΑΕΚ που είχαμε κάνει τις 6 ισοπαλίες και πάλι στο Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι σε αντιπάλους όπως η Ρεάλ, η Ρόμα, κάτι που πιστεύω έκανε τον κόσμο και πάλι πολύ υπερήφανο. Πιστεύω ότι υπήρξαν στιγμές και επιτυχίες, οι οποίες δείχνουν κάποια πράγματα. Ο κόσμος το ξέρει και το καταλαβαίνει και το αναγνωρίζει αυτό και προσωπικά για μένα αυτό είναι και το μεγαλύτερο έπαθλο, η αναγνώριση και η εκτίμιση του κόσμου σε ό,τι τέλος πάντων κατάφερα στην προσωπική μου καριέρα των 20 χρόνων. Και στη Νάουσα πέρασα πολύ όμορφα χρόνια και μετά στην ΑΕΚ, στη Σεβίλλη, πάλι στην ΑΕΚ. Το κλείσιμο της καριέρας μου δε θα ‘λεγα ότι ήταν και το ιδανικό, αλλά πιστεύω ότι η ιστορία έχει γράψει αυτά που έχει γράψει και μπορώ να πω ότι είμαι αρκετά ικανοποιημένος.»