«Αν είχαν μείνει στην Ελλάδα τα Γλυπτά θα είχαν γίνει θεμέλια κεμπαμπτζίδικου»

Σφοδρή επίθεση από τον δημοσιογράφο Τζέρεμι Πάξμαν για τα μάρμαρα του Παρθενώνα.

Σφοδρή επίθεση στην Ελλάδα για τα μάρμαρα του Παρθενώνα εξαπέλυσε η βρετανική εφημερίδα «Telegraph».

Αναλυτικά:

«Η κυρία «Τζορτζ Κλούνει» μίλησε. Περιμένει από τον κόσμο να ακούσει. Είναι, λέει, «αδικία» το γεγονός ότι το Βρετανικό Μουσείο δεν έχει επιστρέψει τα Ελγίνεια Μάρμαρα στην Ελλάδα. Είναι η τελευταία σε μία μακρά σειρά λαμπερών προσωπικοτήτων -Μελίνα Μερκούρη, Νάνα Μούσχουρη, Ντέμης Ρούσσος- που ζητούν από τη Βρετανία να παραδώσει τα αντικείμενα που της ανήκουν», επισημαίνει με διάχυτη ειρωνεία στο άρθρο του με τίτλο «Τα Μάρμαρα μας ανήκουν κυρία Κλούνεϊ», ο δημοσιογράφος Τζέρεμι Πάξμαν.

«Ο μισός πληθυσμός του κόσμου θεωρεί ότι την κυρία Κλούνι μία από τις πιο τυχερές εν ζωή γυναίκες. Προς το παρόν δεν κινδυνεύει να χτυπηθεί από την αφάνεια στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αλλά τα αφεντικά της είναι αρκετά έξυπνα για να βάλουν εκπρόσωπό τους την πιο νέα δικηγόρο, επειδή καταλαβαίνουν ότι μπορεί να συγκεντρώσει περισσότερες ίντσες στις στήλες των εφημερίδων από ό,τι οι ίδιοι».

«Νωρίτερα αυτό το μήνα, υπό τα φωτογραφικά φλας, οι ελληνικές Αρχές ξενάγησαν την κ.Κλούνεϊ στο εκπληκτικό νέο μουσείο, στο οποίο η χώρα τους έχει κατασπαταλήσει εκατομμύρια που δεν έχει. Είναι, αναμφισβήτητα ένα εκπληκτικό μουσείο. Μοναδικό ανάμεσα στα μουσεία, δεν θέλει απλά να δείξει αυτά που εκθέτει, αλλά και αυτά που δεν εκθέτει. Τα πιο σημαντικά αντικείμενα που δεν εκθέτει είναι τα Ελγίνεια Μάρμαρα -τα πανέμορφα κλασικά γλυπτά του Φειδία και των μαθητών του που κάπτε στόλιζαν τον Παρθενώνα, και αφαιρέθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα από βρετανό διπλωμάτη και τώρα εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο».

«Φυσικά εκείνη είπε στον Τύπο ό,τι θα τα καταφέρουν», συνέχισε ο αρθρογράφος «πυροβολώντας» για μία ακόμη φορά την Αμάλ Αλαμουντίν.

«Είναι μία ελκυστική διαμάχη. Οι αλαζόνες Βρετανοί λεηλάτησαν έργα τέχνης, βανδάλισαν απομεινάρια ενός από τα ομορφότερα κτίσματα στον κόσμο, τα μετέφεραν στο εξωτερικό με πλοία και τα τοποθέτησαν στο Βρετανικό Μουσείο. Είναι αρκετό να κάνει κάθε πατριωτικό αίμα να κοχλάσει. Όσο για τη βρετανική πλευρά, ο Λόρδος Έλγιν έφερε τα αγάλματα νόμιμα καθώς τότε η Ελλάδα βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή: οι τότε κυβερνήτες μπορεί να συμφώνησαν, αλλά όχι ο ελληνικός λαός», επισημαίνει, σε μία απόπειρα να δικαιολογήση την «αρπαγή».

Και συνεχίζει: «Αλλά τι θα συνέβαινε σε αυτά τα γλυπτά αν παρέμεναν στην Αθήνα; Τότε ο Λόρδος Έλγιν βοήθησε τον Παρθενώνα που χρησίμευε ως φρούριο. Η εξαιρετική ιστορία της Μέρι Μπέαρντ για το ναό μας λέει ότι για το μεγαλύτερο διάστημα του 18ου αιώνα οι Αθηναίοι είχαν τη συνήθεια να καταστρέφουν ό,τι μαρμάρινο άγαλμα για την παραγωγή ασβέστη και να χρησιμοποιούν τα μέρη τους σαν βάση για άλλα κτίσματα. Εάν, λοιπόν, αυτός ο άθλιος Λόρδος Έλγιν δεν είχε λεηλατήσει αυτά τα έργα τέχνης που θα είχαν καταλήξει ως θεμέλιο για κάποιο κεμπαμπτζίδικο».

Ακόμη, αναφέρει ότι «το σύγχρονο επιχείρημα είναι καθαρά πολιτικό: μία φτωχή μεσογειακή κουλτούρα ζητά αποκατάσταση μίας ξεθωριασμένης αυτοκρατορικής εξουσίας»

Στο τέλος του άρθρου του ο Πάξμαν αναφέρει ότι κάποιος που ξέρει από ιστορία αναγνωρίζει ότι τα πράγματα αλλάζουν και ότι όλες οι ενέργειες είναι προϊόντα της εποχής του. «Θεωρώ ότι η πρόταση της κυρίας Κλούνεϊ για κάποιου είδους συμφωνία κατά την οποία το Βρετανικό Μουσείο θα δανείζει τα Ελγίνεια στην Ελλάδα και η Αθήνα να δανείζει κάποιους κλασικούς θησαυρούς στο Λονδίνο είναι μάλλον γλαφυρή. Είναι σίγουρα προτιμητέα (…). Φυσικά, δεν θα ικανοποιεί αυτούς που ισχυρίζονται ότι κανένα έργο τέχνης δεν θα πρέπει να φεύγει από τη χώρα που γεννήθηκε (…)»