Ανέστης: «Θέλω να μπω και να δω την Αγιά Σοφιά γεμάτη»

Μίλησε για όλους και για όλα ο πανύψηλος τερματοφύλακας ο οποίος έχει κλείσει εδώ και καιρό στην «Ένωση».

Πρόκειται για έναν από τους πλέον ανερχόμενους Έλληνες τερματοφύλακες και από την ερχόμενη σεζόν θα αγωνίζεται με την κιτρινόμαυρη φανέλα.

Ο Ανέστης έδωσε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο Sport24 και μίλησε για το παρελθόν του στον Πανιώνιο αλλά και για το μέλλον του στην ΑΕΚ:

“Ήμουν 15 χρονών όταν το δικό μου ταξίδι ξεκίνησε. Ο πατέρας μου, ποδοσφαιριστής για πολλά χρόνια σε ομάδες της Χαλκίδας, με πήρε από το χέρι και με πήγε στην Προποντίδα, ομάδα στην οποία αγωνιζόταν ο αδερφός μου.

Τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα όσα τα υπολόγιζα… Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να παίξω σε θέσεις που μου άρεσαν, είτε ως αμυντικός χαφ, είτε ως επιτελικός μέσος. Ήταν όμως ρόλοι που απαιτούσαν πολλά τρεξίματα και άλλες δουλειές που αδυνατούσα να κάνω. Είπα στον πατέρα μου ότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ και κάπου εκεί το όνειρο άρχισε να ξεθωριάζει…».

– Μέχρι που κάποιος διέκρινε σε σένα κάτι διαφορετικό…

“Ναι, έτσι συνέβη. Ο Ντακόρ Γιακόβλεβιτς, παλαιός επιθετικός του Εθνικού Αστέρα, γνώριζε τον πατέρα μου και ήταν προπονητής σε μία τοπική ομάδα της Χαλκίδας. Μόλις με είδε, αμέσως είπε ότι αυτός με το κορμί που έχει δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο εκτός από τερματοφύλακας.

Ήμουν μικρός ακόμα και ψήλωνα, να πω την αλήθεια δεν τρελάθηκα και με την ιδέα. Εγώ τότε θαύμαζα παίκτες όπως ο Σεϊταρίδης και ξαφνικά μου ζητούσαν να καθίσω κάτω από τα γκολπόστ. Ωστόσο όταν το δοκίμασα άρχισε να μου αρέσει και με την παρότρυνση του πατέρα μου, το είδα ζεστά και γρήγορα το αγάπησα. Προπόνηση με την προπόνηση, αγώνα με τον αγώνα, κατάλαβα ότι θα είχα εξέλιξη. Και όλα σιγά σιγά πήραν το δρόμο τους”.

– Ο οποίος σε οδήγησε στον Πανιώνιο…

“Ήταν το καλοκαίρι του 2010, όταν συμμετείχα σε ένα καμπ της ομάδας για εξελίξιμους ποδοσφαιριστές κάτω των 20 ετών. Μετά από τέσσερα χρόνια σε ομάδες της Χαλκίδας, ήμουν πλέον πολύ διαφορετικός, είχα αποκτήσει αυτοπεποίθηση, ένιωθα ότι είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για το επόμενο βήμα. Πράγματι, σε εκείνο το καμπ κατάφερα να αποσπάσω την προσοχή των ανθρώπων που είχαν την επίβλεψη των δοκιμαζόμενων και να κερδίσω ευμενή σχόλια.

Ο Φώτης Στρακόσια, προπονητής τερματοφυλάκων στον Πανιώνιο την περίοδο εκείνη, μου είπε ότι “αν δουλέψεις σωστά και προσηλωμένα, θα εξελιχθείς σε έναν εξαιρετικό γκολκίπερ”, ενώ υπέρ της προώθησής μου τάχθηκε και ο τότε τεχνικός διευθυντής της Ακαδημιών Γιάννης Παυλόπουλος. Κράτησα τα λόγια τους και συνέχισα να δουλεύω. Μία εβδομάδα μετά, ο τότε προπονητής της ομάδας Μίκαελ Στόρε, με ρώτησε αν θα με ενδιέφερε να ακολουθήσω την προετοιμασία της ομάδας στην Ουγγαρία. “Δουλεύεις σωστά, είσαι καλό παιδί, έλα να ζήσεις κάτι διαφορετικό” μου είπε και μέσα σε τόσο μικρό χρόνο έκανα πλέον προπόνηση με τερματοφύλακες καταξιωμένους”.

– Τι κρατάς από εκείνη την πρώτη προετοιμασία σου σε επαγγελματικό επίπεδο;

“Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία πριν το ταξίδι, όταν πλέον συνειδητοποιούσα πως σε λίγες ώρες θα ξεκινούσα δουλειά με ποδοσφαιριστές που παρακολουθούσα από την τηλεόραση. Τότε στην ομάδα υπήρχαν δύο εξαιρετικοί τερματοφύλακες, ο Γιούργκεν Μάχο και ο Τόμας Μπέλιτς. Αδημονούσα να βρεθώ ανάμεσά τους αλλά είχα και την αγωνία για το πώς θα με αντιμετώπιζαν.

Ήταν και οι δύο εξαιρετικά φιλικοί και συμβουλευτικοί μαζί μου, με βοήθησαν σημαντικά και συνέβαλαν ώστε εξ αρχής να νιώσω μέλος της ομάδας, παρόλο που δεν είχα υπογράψει ακόμα συμβόλαιο με τον Πανιώνιο. Η πρώτη χρονιά ήταν επί της ουσίας αναγνωριστική, καθώς αγωνιζόμουν με τη δεύτερη ομάδα η οποία ωστόσο είχε πλούσιο ταλέντο και διεκδίκησε το πρωτάθλημα ως το τέλος. Τελικά το χάσαμε από τον Αρη… Στη διάρκεια εκείνης της πορείας, φάνηκε ότι θα μπορούσα και κάτι παραπάνω. Και κάπως έτσι, το επόμενο καλοκαίρι ο Πανιώνιος με έχρισε επαγγελματία ποδοσφαιριστή”.

– Ένιωσες έτοιμος για το επόμενο βήμα; Είχες περάσει πλέον το πρώτο σημαντικό τεστ και είχε κερδίσει μία θέση στο επάγγελμα και στον χώρο.

“Η αλήθεια είναι ότι με τη στήριξη που μου έδειξε ο Πανιώνιος και ειδικά ο Φώτης Στρακόσια ο οποίος πίστεψε πολύ σε μένα, δεν είχα ενδοιασμούς. Όλα κύλησαν ομαλά και στην ώρα τους, δίχως ιδιαίτερη πίεση και χωρίς άγχος. Εγώ προσπαθούσα μέσα από τη δουλειά να βελτιώνομαι συνεχώς, απορροφούσα σαν σφουγγάρι όσα μου έλεγαν ή μου ζητούσαν και μπορούσα από μόνος μου να διακρίνω την πρόοδό μου σε κάποιους τομείς που είχα ελλείψεις”.

– Σε ποιους από αυτούς θεωρείς ότι χρειάζεσαι ακόμα δουλειά και ποιο σου αναγνωρίζεται ως ένα από τα πλέον σημαντικά προσόντα σου;

“Πρέπει να βελτιωθώ στις σέντρες, αυτό το ξέρω και το δουλεύω συνεχώς. Θα με βοηθήσει και η εμπειρία βέβαια να γίνω όπως πρέπει σε αυτό το κομμάτι του παιχνιδιού που τώρα κάπως υστερώ. Παίζει ρόλο το timing, το να μάθω πως πρέπει να περνάω μέσα από τα σώματα που είναι μπροστά μου, το να έχω αποφασιστικότητα για το πότε πρέπει να βγω ή όχι από την εστία μου. Να μην κολλάω. Αυτό που μου έχουν αναγνωρίσει οι προπονητές μου ως προτέρημα, είναι η ταχύτητα με την οποία ενεργώ στις φάσεις τετ-α-τετ.

Και γενικά ότι διαβάζω καλά το παιχνίδι και κινδύνους που μπορεί να προκληθούν για την εστία μου. Φροντίζω πάντως να ψάχνω καλά τις φάσεις με τα γκολ τα οποία έχω δεχθεί. Θέλω να κάνω την αυτοκριτική μου και να διαπιστώνω από μόνος μου αν υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες θα έπρεπε να έχω αντιδράσει καλύτερα. Υπήρξαν φορές που διέκρινα λάθη μου και μπήκα σε διαδικασία σκέψης για το επόμενο παιχνίδι. Επίσης πάντοτε μελετώ πριν από τους αγώνες τους επιθετικογενείς παίκτες της αντίπαλης ομάδας. Θέλω να είμαι όσο πιο έτοιμος γίνεται γι αυτό που με περιμένει και θα συναντήσω απέναντί μου”.

– Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις φόβο κάτω από την εστία σου;

“Όχι φόβο δεν νιώθω ποτέ. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έχω άγχος πριν από τα παιχνίδια, δεν γίνεται να νιώθεις απόλυτα ήρεμος πριν από έναν αγώνα διότι τον σκέφτεσαι διαρκώς και φαντάζεσαι πως θα μπορούσε να εξελιχθεί για σένα και ποιους κινδύνους έχεις απέναντί σου ως τερματοφύλακας. Αλλά από τη στιγμή που πατάω στο χορτάρι, με έναν μαγικό τρόπο σταματώ να προβληματίζομαι. Είμαι εκεί, 100% αφοσιωμένος στην αποστολή μου και στην ομάδα μου. Ακόμα και λάθος να κάνω και ως αποτέλεσμα αυτού να δεχθώ τέρμα στο πρώτο λεπτό ενός αγώνα, δεν θα επηρεαστώ”.

– Πως ακριβώς το πετυχαίνεις αυτό όταν όλοι τονίζουν ότι ο τερματοφύλακας χρειάζεται πρωτίστως ψυχολογία προκειμένου να αποδώσει αυτό που μπορεί;

“Για κάποιους ανθρώπους αυτά τα πράγματα είναι πολύπλοκα. Εγώ τα έχω απλουστεύσει στο μυαλό μου. Έχω πείσει τον εαυτό μου ότι δεν θα μείνει ποτέ σε μία φάση, όσο και αν έχει στοιχίσει στο σύνολο αλλά και σε εμένα προσωπικά.

Δεν δικαιούμαι να το κάνω αυτό γιατί η ομάδα με χρειάζεται να είμαι έτοιμος και απόλυτα συγκεντρωμένος στην αμέσως επόμενη δύσκολη φάση. Αν αφήσω μία κακή στιγμή να με επηρεάσει, τότε δεν κάνω για αυτή τη δουλειά, δεν θα γίνω ποτέ ο τερματοφύλακας που εγώ θέλω να είμαι μελλοντικά. Μία φάση δεν γυρίζω ποτέ πίσω, ενώ χιλιάδες άλλες έπονται…”.

– Αντιλαμβάνεσαι βέβαια ότι στο εξής θα υπερασπίζεσαι την εστία μίας ομάδας που απαιτεί ελαχιστοποίηση των λαθών. Στην ΑΕΚ θα αντιμετωπίσεις λιγότερους κινδύνους και θα πρέπει να είσαι περισσότερο καθοριστικός όταν αυτό απαιτείται…

“Αυτή είναι μία σημαντική αλήθεια. Οι απαιτήσεις θα είναι σαφώς μεγαλύτερες διότι θα υπάρξουν και αγώνες στους οποίους απλώς θα παρακολουθώ μέχρι που θα προκύψει η μία φάση στην οποία θα πρέπει να αποδειχθώ έτοιμος και αποδοτικός. Ασφαλώς και τα έχω σκεφτεί όλα αυτά, όμως νιώθω ότι έχω φτάσει πνευματικά στο σημείο που πρέπει και δεν με αγχώνει αυτό που έρχεται.

Στη ζωή πρέπει να έχουμε στόχους και όσο τους φέρνουμε εις πέρας, να θέτουμε ακόμα υψηλότερους. Μεγαλώνοντας μέσα από το ποδόσφαιρο, αποκτούσα όνειρα. Ένα από αυτά ήταν να φορέσω τη φανέλα μίας μεγάλης ομάδας. Η ΑΕΚ είναι αυτή που με επέλεξε και μου έδωσε την ευκαιρία. Δεν σκοπεύω να τη στερήσω από τον εαυτό μου με το να φοβάμαι ή να αγχώνομαι”.

– Ακούγεσαι και δείχνεις πολύ αποφασισμένος. Ήσουν έτσι και όταν ήρθε η στιγμή να μιλήσεις με την ΑΕΚ; Ποιος ήταν ο άνθρωπος που ήλθε σε επαφή μαζί σου;

“Είχα μάθει ότι με έναν τρόπο ο Νίκος Λυμεπρόπουλος με είχε εντοπίσει και είχε μπει στη διαδικασία της παρακολούθησής μου. Υπήρχαν λοιπόν συγκεκριμένοι αγώνες πριν από την έναρξη των οποίων γνώριζα ότι ο τεχνικός διευθυντής της ΑΕΚ θα είχε την προσοχή του στραμμένη σε μένα. Αν κρίνω από την εξέλιξη της ιστορίας, ναι ήμουν αποφασισμένος να τον πείσω ότι δεν διέγνωσε λάθος.

Ότι ορθώς είχε φτάσει σε μένα και πως ήμουν έτοιμος για αυτό που αργότερα μου είπε ότι με προόριζε. Πήγα καλά σε εκείνα τα ματς, νομίζω ότι ένιωθα ακόμα πιο σίγουρος γνωρίζοντας ότι η ΑΕΚ είναι από πάνω μου και με παρακολουθεί προκειμένου να πάρει την απόφαση αν αξίζει να ασχοληθεί μαζί μου. Είπα ότι αυτή είναι η ευκαιρία μου και έβαλα τα δυνατά μου”.

– Και ακολούθησε η επαφή που αποδείχθηκε καθοριστική προκειμένου να γραφτεί η επόμενη σελίδα στην καριέρα σου…

“Όντως, ο Λυμπερόπουλος είδε αυτά που ήθελε και μου ζήτησε να μιλήσουμε από κοντά. Λίγες ημέρες μετά συναντηθήκαμε και τότε μου ανέλυσε το σκεπτικό του για την ΑΕΚ και το ποδόσφαιρο αλλά και το πως έφτασε σε μένα και εισηγήθηκε την απόκτησή μου.

Τα όσα άκουσα με γέμισαν ακόμα περισσότερη αυτοπεποίθηση διότι είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που μετρούσε τα λόγια του, ήξερε γιατί με είχε επιλέξει και πάνω από όλα με περιέβαλε με εμπιστοσύνη: “Σε σένα βλέπω τον μελλοντικό τερματοφύλακα της εθνικής ομάδας”. Ήταν ότι πιο όμορφο και ελπιδοφόρο θα μπορούσε να μου πει κάποιος”.

– Φοβερή εξέλιξη για έναν τερματοφύλακα που μόλις φέτος συστήθηκε στο ελληνικό ποδοσφαιρικό κοινό, καθώς πέρυσι αγωνίστηκες μόλις σε ένα ματς πρωταθλήματος το οποίο ήταν και το πρώτο σου με την α’ ομάδα του Πανιωνίου.

“Ήταν ένα ματς στο Γ. Καραϊσκάκης απέναντι στον Ολυμπιακό και αυτό βέβαια βοήθησε στο να ακουστεί λίγο περισσότερο το όνομά μου γιατί έκανα 11 αποκρούσεις, κάποιες ιδιαίτερα δύσκολες σε σουτ του Μήτρογλου. Η αλήθεια είναι ότι όλα έγιναν γρήγορα για μένα εφέτος.

Μολαταύτα, εγώ αισθάνομαι δικαιωμένος διότι τα τρία τελευταία χρόνια έχω δουλέψει σε φουλ ρυθμούς και ασταμάτητα, κάτι που προφανώς βοήθησε στο να παρουσιαστώ αυτός που έπρεπε ώστε να με προσέξει μία σπουδαία ομάδα. Ασφαλώς όταν άκουσα από τον ίδιο τον Λυμπερόπουλο ότι είχε τόσο υψηλές βλέψεις για μένα, ενθουσιάστηκα ακόμα περισσότερο. Όμως ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη ήταν αυτό που ακολούθησε…”.

– Να υποθέσω η συνάντηση με τον Μελισσανίδη, στο γραφείο του στην AEGEAN;

“Ναι… Αφού μεσολάβησε κάποιο διάστημα από τη συνάντησή μας με τον Λυμπερόπουλο, με ενημέρωσε ότι θέλει να με δει ο πρόεδρος. Αυτή ήταν μία από τις φορές που αγχώθηκα. Πράγματι, μερικές ημέρες αργότερα βρέθηκα εκεί, απέναντι από τον Δημήτρη Μελισσανίδη. “Αγόρι μου σε σένα βλέπουμε έναν τερματοφύλακα που θα γίνει σπουδαίος. Δεν θα σου πω τι θα κάνεις, εσύ θα το επιλέξεις, πάρε το χρόνο σου.

Να ξέρεις όμως ότι εμείς σε θέλουμε στην ΑΕΚ” μου είπε. Δεν χρειάστηκα περισσότερα από δέκα λεπτά ώστε να πάρω την απόφασή μου. Απλώς τηλεφώνησα στους γονείς μου, για να τους ενημερώσω που βρίσκομαι και τι επρόκειτο να κάνω. Όταν άκουσαν που είμαι, τρελάθηκαν από τη χαρά τους και απλά πήρα την ευχή τους. Ήμουν πλέον ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ”.

– Νιώθεις πλέον αναγνωρίσιμος. Οπαδοί της ΑΕΚ σε προσεγγίζουν όταν σε βλέπουν στον δρόμο;

“Ναι, όσο ο καιρός περνάει όλο και περισσότεροι με πλησιάζουν και μου λένε κάτι για την ΑΕΚ. Αυτό που εγώ εισπράττω είναι ένα φοβερό δέσιμο του κόσμου με αυτή την ομάδα. Είναι κάτι το διαφορετικό και αυτό το διαπιστώνω προτού ακόμα φορέσω τη φανέλα της και αγωνιστώ μπροστά στο κοινό της. Όπως όλα τα παιδιά νομίζω, έτσι κι εγώ ανυπομονώ να παίξω στην Αγιά Σοφιά και αυτή να είναι γεμάτη. Και μέσα από αυτή τη σχέση ζωής πλέον, να εξελιχθώ και να καθιερωθώ στην εθνική ομάδα. Μου το ζήτησαν άλλωστε και οι δύο άνθρωποι που με έφεραν στην ΑΕΚ..”.